Μας κυνηγούν οι ομορφιές

ΜΑΣ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΟΙ ΟΜΟΡΦΙΕΣ

Αγαπούλες, τέρμα η κλάψα.

Ό,τι κλάψαμε, κλάψαμε. Ώρα να σκεφτούμε συναισθηματικά, αφού η λογική, ως γνωστόν, έχει πάει περίπατο. Δείτε και μόνοι σας γιατί, αφού σας διηγηθώ δυο – τρία περιστατικά που συνέβησαν την ίδια μέρα, στον ίδιο δρόμο, μέσα στο ίδιο μισάωρο.

Οδός Καλλιδρομίου. Ένας από τους ομορφότερους δρόμους της Αθήνας, με μουριές, μπαράκια, νεοκλασικά, μικροκλίμα και «φατσούλες». Μια κυρία αγοράζει ψωμί από τον φούρνο της γωνίας. Είναι το τελευταίο. Μια άλλη κυρία μπαίνει και ζητάει επίσης ψωμί. Δεν υπάρχει. Η πρώτη κυρία την κοιτάζει και της λέει: «Θέλετε να μοιραστούμε το δικό μου στη μέση»; Η δεύτερη κυρία, άναυδη, συμφωνεί. Η καθεμιά πληρώνει το μισό ποσό με ευχαριστίες και χαμόγελα. Ο φούρναρης μου λέει ότι ποτέ δεν έχει δει κάτι παρόμοιο. Στη λαϊκή του Σαββάτου, ακριβώς μπροστά μου, πενηντάρης κύριος δίνει εικοσάευρω για να αγοράσει ντομάτες. Παίρνει τα ρέστα και φεύγει. Ο λαϊκατζής τού φωνάζει: «Ψιτ, κύριος! Λάθος. Σας έδωσα ρέστα από δεκάευρω». Στον ίδιο δρόμο, το ίδιο μεσημέρι, κάποιοι έκλεψαν δύο κινητά. Και ένας οδηγός έβριζε, φωνάζοντας τον άλλο «λαμόγιο», επειδή είχε παρκάρει στραβά στη στροφή. Ομολογώ ότι κι εγώ, το ίδιο βράδυ, διπλοτσέκαρα τον δρόμο μέσα απ’ το καθρεφτάκι πριν κατέβω από το δικό μου αυτοκίνητο, μπας και περνούσε κανένας «περίεργος».

Αυτό που συμβαίνει στον ίδιο δρόμο, την ίδια μέρα, συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα ταυτόχρονα. Ο πολιτισμός δίπλα στο χάος, στο ίδιο τετραγωνικό μέτρο, στο ίδιο πεντάλεπτο. Διαλέγεις και παίρνεις: Ή θα είσαι ένας στριμμένος, κακομούτσουνος και φαλιρισμένος «βαρβαροβαλκάνιος» ή η κυρία που κόβει στη μέση το ψωμί της. Μέση οδός δεν υπάρχει. Μας τελείωσε. Ή θα φοβάσαι να πας στο Εθνικό Θέατρο επειδή στην Ομόνοια έχει πρεζόνια ή θα βλέπεις όσο θέατρο τραβάει η τσέπη σου. Ή θα κοιτάς με μισό μάτι τον κάθε κακομοίρη που δεν έχει να φάει και θα σαπίζεις μέσα στο σπίτι σου ή θα κυκλοφορείς με το κεφάλι ψηλά παίρνοντας όσες προφυλάξεις είναι απολύτως αναγκαίες. Δεν θα μας κάνουν αυτοί (ξέρετε ποιοι) ό,τι γουστάρουν, φιλαράκια! Εμείς θα διαλέξουμε τι θέλουμε να γίνουμε. Σκυφτά, περίτρομα και θρασύδειλα ανθρωπάκια που ξεμυτίζουν για να πάνε δουλειά και εφορία ή άνθρωποι με αλληλέγγυο χαμόγελο που φοβούνται μόνο τον φόβο και αγαπούν μέχρι θανάτου τις ομορφιές;

(Αυτό, κύριε Ράιχενμπαχ, θα το αποφασίσουμε μόνοι μας διότι είναι το δικό μας μεγάλο στοίχημα. Και δεν σας πέφτει λόγος).

(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 17-01-12)

Της Κατερίνας Αγγελιδάκη