Γιάννης Δραγασάκης: Οι αλλαγές στη χώρα εκτός από την ψήφο απαιτούν και τη συμμετοχή της κοινωνίας

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ: ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Συνέντευξη στον Μιχάλη Σιάχο

«Το “μπαλάκι” είναι στην πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πείσει, να ενθαρρύνει, να ανταποκριθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει εξετάσεις με εξεταστή την κοινωνία”, τονίζει μιλώντας στον Δρόμο της Αριστεράς ο Γιάννης Δραγασάκης, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και επικεφαλής της Επιτροπής Προγράμματος.

Για το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών εκτιμά ότι αντανακλά βαθύτερες τάσεις και μονιμότερες πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι το αποτέλεσμα των «αυτοδιοικητικών δείχνει πως οι δεσμοί μας με την κοινωνία δεν έχουν εκείνο το βάθος ούτε εκείνη την πυκνότητα που χρειαζόμαστε». Αναφερόμενος στο από δω και πέρα, επισημαίνει ότι είναι κρίσιμη «η προγραμματική μορφοποίηση και ομογενοποίηση» του κόμματος, ενώ στέκεται με έμφαση στην οργανωτική ανάπτυξη του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία όπως λέει χαρακτηριστικά «είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με την εκλογική του επιρροή». Σε ό,τι αφορά στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, υπογραμμίζει ότι έχει γίνει σημαντική δουλειά και σημειώνει ότι «τώρα πρέπει να περάσουμε σε μια νέα φάση με μεγαλύτερη εμπλοκή όλου του κόμματος και μεγαλύτερη εξωστρέφεια».

Τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα και η -επιτρέψτε μου να πω- αναντιστοιχία ανάμεσα στις αυτοδιοικητικές εκλογές και τις Eυρωεκλογές, τι μηνύματα για πιθανές πολιτικές και οργανωτικές αδυναμίες εκτιμάτε ότι στέλνουν στον ΣΥΡΙΖΑ;

Tο αποτέλεσμα των Eυρωεκλογών έδειξε πως η εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά αντανακλά βαθύτερες τάσεις και μονιμότερες πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως όλα κυλούν ομαλά και θα πρέπει να εφησυχάζουμε. Αντιθέτως, το αποτέλεσμα ειδικά των αυτοδιοικητικών εκλογών δείχνει πως οι δεσμοί μας με την κοινωνία δεν έχουν εκείνο το βάθος ούτε εκείνη την πυκνότητα που χρειαζόμαστε.

Επίσης, ένα χρόνο μετά το ιδρυτικό του Συνέδριο και παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί, ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να δίνει την εικόνα ενός «χώρου» εντός του οποίου διάφορες ομάδες ή υπο-κόμματα αναπτύσσουν τα δικά τους αυτόνομα σχέδια, παρά ενός ενιαίου σχηματισμού.

Τι πρέπει να γίνει, κατά τη γνώμη σας, για να αντιμετωπισθούν αυτές οι αδυναμίες;

Η αρθρογραφία πολλών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, καθώς και η ομιλία του προέδρου σ’ αυτήν, έχουν υποδείξει ορισμένες κατευθύνσεις προς τις οποίες πρέπει να κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ένα θέμα είναι η οργανωτική ανάπτυξη του ΣΥΡΙΖΑ που είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με την εκλογική του επιρροή, αλλά και με τις απαιτήσεις των πολιτικών φιλοδοξιών του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Θυμίζω στο σημείο αυτό ότι το ΠΑΣΟΚ από 27.000 μέλη που είχε το 1977, το 1981 είχε 110.000. Αντίστοιχη ανάπτυξη είχε λίγα χρόνια αργότερα και η Ν.Δ., υπό την ηγεσία του Κ. Μητσοτάκη. Οι εποχές έχουν αλλάξει. Όμως, οι παραπάνω αριθμοί, χωρίς να αποτελούν ένα πρότυπο, δίνουν ένα μέτρο σύγκρισης.

Πιο σημαντική και από την οργανωτική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ είναι η δυνατότητα και η ικανότητά του να στηρίζει κοινωνικές και άλλες συλλογικές πρωτοβουλίες, να συνομιλεί, να συνεργάζεται ισότιμα και να εντάσσει, μερικά ή ολικά, στο πολιτικό του σχέδιο έναν ευρύτερο «αστερισμό» από συλλογικότητες, ακόμη και μεμονωμένες ομάδες ή άτομα με κοινωνική δράση και συμβολή σε διάφορα επίπεδα της δημόσιας ζωής.

Τέλος, είναι η προγραμματική μορφοποίηση και ομογενοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Τι εμποδίζει τον ΣΥΡΙΖΑ να κινηθεί πιο αποφασιστικά προς αυτές τις κατευθύνσεις;

Αυτά είναι ερωτήματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν από τις οργανωμένες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και τα αρμόδια όργανά του.

Προσωπικά έχω χαρακτηρίσει ως σημαντικό εμπόδιο την εσωτερική δομή και λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ, όχι την ύπαρξη διαφορετικών απόψεων ή και ρευμάτων ιδεών, αλλά την οργανωτίστικη λογική που παίρνει αυτή με τη συγκρότηση μόνιμων οργανωτικών δομών και των αντίστοιχων «αφηγήσεων» ή σχεδίων. Παράδειγμα, επιβεβαιωτικό των παραπάνω, είναι και η τελευταία σύνοδος της Κεντρικής Επιτροπής, στην οποία η κάθε ομάδα είχε να καταλογίσει κάτι σε κάποιες άλλες ομάδες ή στον πρόεδρο. Έλειπε όμως η συνολική αποτίμηση της συνολικής μας πορείας, με βάση τις αποφάσεις του ιδρυτικού μας Συνεδρίου.

Πολλοί κάνουν λόγο για μια «παγιωμένη» κοινωνική-πολιτική αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ της τάξης του 16-17% και για ένα κοινωνικό-εκλογικό ρεύμα ρευστό και ευμετάβλητο που έφερε και το 26,6% των Ευρωεκλογών. Συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση;

Όχι, μου φαίνεται στατική μια τέτοια θεώρηση. Πρώτον, γιατί το πολιτικό στίγμα των εκλογών, και είναι κοινή αναγνώριση, το έδωσαν οι Ευρωεκλογές. Δεύτερον, γιατί ζούμε μια φάση αποσύνθεσης και ρευστοποίησης του παλαιού πολιτικού συστήματος, λόγω της κατάρρευσης των κοινωνικών συμβολαίων και των συναινέσεων που είχαν διαμορφωθεί με βάση αυτά.

Στις συνθήκες αυτές, μεγαλύτερη σημασία από τις στατικές εικόνες έχουν οι τάσεις, η δυναμική των εξελίξεων. Και μια τέτοια δυναμική είναι η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε βασική επιλογή του λαού, σε πόλο συσπείρωσης ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων, σε ένα σημείο αναφοράς, ακόμη και σε κλίμακα Ευρώπης. Και με βάση αυτή την εκτίμηση, θεωρώ ότι το κύριο καθήκον και η κύρια ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ είναι να μπορέσει να φανεί αντάξιος αυτής της επιλογής του λαού.

Σε συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, από πολλές πλευρές ακούγεται ότι το ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκλογικό. Η δική σας εκτίμηση ποια είναι, πόσο αναγκαίο είναι ένα πολιτικό ρεύμα και μέσα από ποιες διαδικασίες θα οικοδομηθεί;

Η κυρίαρχη ερμηνεία της εκλογικής εκτίναξης του ΣΥΡΙΖΑ, στις εκλογές του 2012, ήταν ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο γεγονός, ένα λάθος, μια εκδήλωση οργής χωρίς σαφές πολιτικό περιεχόμενο.

Σήμερα η θεωρία αυτή έχει καταπέσει. Η ψήφος υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια πολιτική επιλογή που εκφράζει τόσο διαμαρτυρία και οργή για όσα έγιναν, όσο και άποψη και προσδοκία για το μέλλον.

Το θέμα, βεβαίως, είναι ότι οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στη χώρα, πέρα από την ψήφο, απαιτούν και την ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας.

Όμως, όπως ήδη υπαινίχθηκα, το «μπαλάκι» είναι στην πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πείσει, να ενθαρρύνει, να ανταποκριθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει εξετάσεις με εξεταστή την κοινωνία.

Μια κυβέρνηση με πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς ένα ενεργό και δυναμικό λαϊκό κίνημα θεωρείτε πως μπορεί να προχωρήσει στις αναγκαίες συγκρούσεις και ανατροπές;

Το θέμα δεν είναι από τη μια η κυβέρνηση και από την άλλη τα κοινωνικά κινήματα ως δύο τελείως ξεχωριστά πράγματα. Δεν μπορεί να υπάρξει μια κυβερνητική Αριστερά αν δεν είναι ταυτόχρονα και κινηματική Αριστερά. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να υπάρξει ως μια κλειστή οργάνωση αλλά ως το ζωντανό επιτελικό κέντρο ενός ευρύτερου «αστερισμού» ποικίλων συλλογικοτήτων και πρωτοβουλιών. Και ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα και η κάθε οργάνωσή του ξεχωριστά. Ούτε μπορεί, από την άλλη πλευρά, να έχει προοπτική μια κινηματική Αριστερά έξω από ένα αριστερό πολιτικό σχέδιο με σαφή κατεύθυνση και προσανατολισμό.

Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει από σήμερα να καλλιεργούνται σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και τα κοινωνικά κινήματα, αλλά και στον κόσμο ευρύτερα που προσβλέπει στον ΣΥΡΙΖΑ. Και, κατά την προσωπική μου άποψη, αυτό θα εξαρτηθεί από το βαθμό στον οποίο θα αναπτυχθούν ισχυρές σχέσεις εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης στο εσωτερικό του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι διεργασίες για την ανασύσταση της Κεντροαριστεράς πληθαίνουν. Πόσο αφορούν τον ΣΥΡΙΖΑ και τι κινδύνους δημιουργούν;

Το κύριο πρόβλημα του «συστήματος» είναι η ανασυγκρότηση της Δεξιάς και των κοινωνικών της συμμαχιών. Η Κεντροαριστερά, στην παρούσα φάση, δεν μπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Ως έκφραση μιας «σοσιαλφιλελεύθερης» συναίνεσης, δεν έχει ούτε ευρεία ούτε συμπαγή κοινωνική βάση. Και κατά την προσωπική μου άποψη δεν έχει ούτε μέλλον.

Ασφαλώς, λοιπόν, υπάρχουν διεργασίες και στο χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς. Και ασφαλώς ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι απέναντι σε κάθε σχέδιο το οποίο αποσκοπεί στο να βάλει εμπόδια στη δική του πορεία και το δικό του πολιτικό σχέδιο. Όμως, ταυτόχρονα, πρέπει να προφυλαχθούμε από κάθε ετεροκαθορισμό. Πρέπει με αποφασιστικότητα και αυτοπεποίθηση να προωθήσουμε το δικό μας σχέδιο για έναν ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό συνασπισμό με κορμό τις δυνάμεις της εργασίας και τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή θα είναι η καλύτερη απάντηση στα σχέδια του αντιπάλου.

Σε επίπεδο προγραμματικού και πολύ περισσότερο πειστικού λόγου είστε ικανοποιημένος από αυτό που εκπέμπεται από τον ΣΥΡΙΖΑ; Οι επεξεργασίες και οι εξειδικεύσεις που έχουν γίνει είναι αρκετές και κυρίως φτάνουν στη χειμαζόμενη κοινωνία, η οποία ρωτά πιεστικά αν «ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει, μπορεί, ξέρει, το εννοεί»;

Ας δούμε πρώτα τι επιλογές είχαμε. Μια επιλογή θα ήταν να κάναμε ένα ιδεολογικό και πολιτικό μανιφέστο και όχι ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα. Ήδη, μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2012, κρίθηκε ότι μια γενική διακήρυξη, αν και αναγκαία, δεν αρκούσε στις σημερινές συνθήκες. Κινηθήκαμε λοιπόν στη δεύτερη κατεύθυνση και έτσι προέκυψε η «Αθηναΐδα» που, κατά κοινή ομολογία, έπαιξε το ρόλο της. Μετά τις εκλογές του Ιουνίου, και πιο συστηματικά μετά το ιδρυτικό Συνέδριο, προχωρήσαμε στην περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση και εμβάθυνση με τη συμμετοχή των θεματικών τμημάτων. Αυτό επέτρεψε την εμπλοκή εκατοντάδων μελών στη συγκεκριμένη διαδικασία, στην κατανόηση των προβλημάτων και στη διαμόρφωση εφαρμόσιμων πολιτικών. Παρά τις προσπάθειές μας όμως, η δουλειά αυτή δεν πήρε εκείνο τον ανοικτό χαρακτήρα που θα θέλαμε. Κλείστηκε στο εσωτερικό των τμημάτων. Δεν έγινε καν υπόθεση ολόκληρου του κόμματος. Τώρα, πρέπει να περάσουμε σε μια νέα φάση με μεγαλύτερη εμπλοκή όλου του κόμματος και μεγαλύτερη εξωστρέφεια. Η δουλειά που έχει γίνει ώς τώρα το διευκολύνει αυτό.

Πού βρισκόμαστε, τώρα, σε σχέση με τα άλλα κόμματα; Και ποια η θέση και ο ρόλος του προγράμματος στη γενικότερη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ;

Για τα λεγόμενα συστημικά κόμματα το πρόγραμμα έχει αντικατασταθεί από την επικοινωνιακή πολιτική. Στο εσωτερικό των κομμάτων αυτών δεν υπάρχουν ούτε προγραμματικές επεξεργασίες ούτε συζητήσεις. Πρόγραμμά τους είναι τα «μνημόνια», οι απαιτήσεις των ιδιωτικών συμφερόντων και των αγορών.

Τα κόμματα της Αριστεράς δεν είναι αλώβητα από την τάση αυτή. Και τα αριστερά κόμματα απειλούνται από απολιτικοποίηση ή απο-ιδεολογικοποίηση. Γι’ αυτό και έχει σημασία η συνειδητή προσπάθεια που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, ήδη από το 2009, όχι μόνο να αποκτήσει ένα σύγχρονο αριστερό ριζοσπαστικό πρόγραμμα, αλλά και να το κάνει συστατικό της συγκρότησης και της λειτουργίας του. Και αυτό γιατί μόνο έτσι θα πολιτικοποιήσουμε, ουσιαστικά, τη λειτουργία και τη δράση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ακριβώς γι’ αυτό, η σημαντική δουλειά που έχει γίνει ώς τώρα στο επίπεδο της Επιτροπής Προγράμματος και των τμημάτων του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να γίνει υπόθεση των πολιτικών οργάνων του και όλου του κόμματος. Πρόγραμμα σημαίνει επιλογές. Μερικές φορές δύσκολες. Είδαμε τι έγινε και με αυτό το τόσο επιμέρους θέμα με το γήπεδο της ΑΕΚ. Γι’ αυτό επιμένω ότι τα πολιτικά όργανα το κόμματος πρέπει να παίξουν έναν πιο ενεργό ρόλο. Στη βάση αυτή πρέπει να οργανωθεί ένας ευρύτερος διάλογος και στο κόμμα και στην κοινωνία, αλλά και να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για την εκλαΐκευση και την ενιαία προβολή του.

Η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ στις Ευρωεκλογές αποτελεί την εξαίρεση σε μια Ε.Ε. η οποία κινήθηκε, στο σύνολό της, πιο δεξιά. Οι συσχετισμοί που διαμορφώνονται, τι δυνατότητες ανοίγουν; Μπορεί μια χώρα, όπως η Ελλάδα, ν’ ανοίξει έστω και χαραμάδες διεξόδου και πώς;

Πέρα από την πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά βγήκε ενισχυμένη συνολικά, κυρίως στον Ευρωπαϊκό Νότο. Αριστερό πρόσημο έχει επίσης η άνοδος του Sinn Fein στην Ιρλανδία, ενώ ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανατρεπτική δυναμική στην Ισπανία με την ισχυρή άνοδο της ενωμένης Αριστεράς, αλλά και την εμφάνιση νέων αριστερών ριζοσπαστικών σχημάτων, όπως οι Podemos. Παρ’ όλο, λοιπόν, που οι συσχετισμοί παραμένουν αρνητικοί, δεν μπορούν να αγνοηθούν από τις κυρίαρχες δυνάμεις οι τάσεις αμφισβήτησης παρόλο που αυτές σε ορισμένες χώρες εκδηλώθηκαν κυρίως με αποχή ή με άνοδο ακροδεξιών σχηματισμών.

Στις συνθήκες αυτές γίνεται ακόμη πιο αναγκαίος ο συντονισμός των αριστερών δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η οργάνωση κοινών εκστρατειών και μετώπων.

Κλείνοντας, σε παγκόσμιο επίπεδο η Αριστερά δεν έχει καταφέρει να αρθρώσει έναν εναλλακτικό ηγεμονικό λόγο απέναντι στη δομική κρίση του καπιταλισμού. Η Αριστερά του 21ου αιώνα μέσα από ποιες διαδικασίες θα γεννηθεί και πώς μπορούν να ξεπεραστούν στερεότυπα ή ιδεοληψίες που εμποδίζουν από τη μια τις σύγχρονες αναγνώσεις της πραγματικότητας και από την άλλη, «στενεύουν» πρωτότυπες μορφές πολιτικών υποκειμένων που θα χτίζουν μια άλλη σχέση με τις κοινωνίες και τις ανάγκες τους;

Μεγάλο θέμα για μια σύντομη απάντηση. Πολλοί μιλούν για μια επιστροφή της Αριστεράς στην εποχή μας. Είναι γεγονός. Όμως πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία. Από τη μια πλευρά η Αριστερά επιστρέφει στο προσκήνιο. To κάνει, όμως, κουβαλώντας το βάρος μιας βαριάς ιστορικής ήττας και πολλών ανοικτών λογαριασμών του παρελθόντος.

Από την άλλη, η επιστροφή της Αριστεράς δεν προκαλείται για να κλείσει τους ανοικτούς λογαριασμούς του παρελθόντος, αλλά για να απαντήσει στις προκλήσεις της εποχής μας. Είναι, δηλαδή, μια επιστροφή στο μέλλον που θα δοκιμαστεί και θα κριθεί με βάση τις απαιτήσεις του σήμερα και όχι του χθες.

Ταυτόχρονα, όμως, συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον. Αναζητώντας απαντήσεις στις προκλήσεις του σήμερα, βρισκόμαστε συχνά αντιμέτωποι με ερωτήματα που δεν είναι καινούργια, που αν και τέθηκαν από παλιά, ορισμένα ήδη από τον 19ο αιώνα, είτε δεν απαντήθηκαν ποτέ είτε οι τότε απαντήσεις δεν μας ικανοποιούν σήμερα.

Πολλές από τις συζητήσεις που γίνονται σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ για τον «ταξικισμό», τον «πατριωτισμό», τις συμμαχίες και τα όριά τους, το ρόλο μιας αριστερής κυβέρνησης σε αστικό καθεστώς, αυτά και άλλα πολλά δεν τίθενται σήμερα για πρώτη φορά.

Η σύντομη απάντηση, λοιπόν, που θα μπορούσα να δώσω στο κρίσιμο ερώτημά σας είναι ότι πρέπει να οργανώσουμε σε μια ενιαία κατεύθυνση αυτή τη διπλή συζήτηση με το παρελθόν και για το μέλλον της Αριστεράς, και αυτή τη διπλή «επιστροφή» στο παρελθόν και στο μέλλον ταυτόχρονα: Στο παρελθόν για να κατανοήσουμε καλύτερα τις αιτίες των σημερινών διλημμάτων και τα όρια ή τα αδιέξοδα των παλιών απαντήσεων, και ταυτόχρονα στο μέλλον, αφού αυτή η δοκιμασία πρέπει να γίνει στο έδαφος των σημερινών προβλημάτων και προκλήσεων.

Μόνο έτσι θα γίνουμε, πιστεύω, πιο τολμηροί και πιο αποφασιστικοί στην αναζήτηση των νέων απαντήσεων που απαιτεί η εποχή μας. Ή, για να το πω διαφορετικά, για να γίνουμε τόσο καινοτόμοι στα μέσα και στην πολιτική όσο χρειάζεται, πρέπει να γίνουμε πιο αυστηροί σε σχέση με τις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς, αλλά και την ηθική που απορρέει από αυτές.